διαδικασία

διαδικασία
η 1) юр. судопроизводство, судебная процедура; процесс;
2) процедура, установленный порядок;

κοινοβουλευτική διαδικασία — парламентская процедура;

3) процесс, ход;
4) усилие;

χρειάζεται μεγάλη διαδικασία να... — требуется большое усилие, чтобы...;

5) тщательная подготовка

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "διαδικασία" в других словарях:

  • διαδικασία — διαδικασίᾱ , διαδικασία suit to decide between claimants fem nom/voc/acc dual διαδικασίᾱ , διαδικασία suit to decide between claimants fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδικασίᾳ — διαδικασίαι , διαδικασία suit to decide between claimants fem nom/voc pl διαδικασίᾱͅ , διαδικασία suit to decide between claimants fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδικασία — η (AM διαδικασία) [διαδικάζω] 1. η διεξαγωγή τής δίκης σύμφωνα με ορισμένους τύπους και κανόνες 2. η διεξαγωγή κάποιας πράξης ή η διεργασία που συντελείται σύμφωνα με ορισμένους τύπους 3. πολύς μόχθος για την εκτέλεση κάποιας ενέργειας αρχ. 1.… …   Dictionary of Greek

  • αποδεικτική διαδικασία — Η διαδικασία συλλογής του αποδεικτικού υλικού για μία δίκη. Περιλαμβάνει τον τρόπο και τα μέσα. Ειδικά στην πολιτική δικονομία, η α.δ. είναι το σύνολο των δικαστικών πράξεων που γίνονται από τους διαδίκους και από το δικαστήριο με σκοπό να… …   Dictionary of Greek

  • ακροαματική διαδικασία — Νομικός όρος που κατά τις σύγχρονες δημοκρατικές αντιλήψεις, τείνει να πάρει τη θέση του όρου δίκη. Σημαίνει τη διερεύνηση μιας δικαστικής υπόθεσης, κυρίως ποινικής, από το αρμόδιο δικαστήριο, μπροστά στο κοινό, που ονομάζεται ακροατήριο (βλ. λ.) …   Dictionary of Greek

  • διαδικασίας — διαδικασίᾱς , διαδικασία suit to decide between claimants fem acc pl διαδικασίᾱς , διαδικασία suit to decide between claimants fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θέρμανση — Διαδικασία με την οποία αυξάνεται η θερμοκρασία σωμάτων ή χώρων. Ανάλογα με το σύστημα παραγωγής της απαιτούμενης θερμότητας για τη θ., υπάρχουν διάφοροι τύποι θ.: με άνθρακα, πετρέλαιο, αέριο, όπου η θερμότητα παράγεται με την καύση· ηλεκτρική θ …   Dictionary of Greek

  • αντιστρεπτή μεταβολή — Διαδικασία μετάβασης ενός θερμοδυναμικού συστήματος από μία κατάσταση σε μία άλλη, έτσι ώστε να μπορεί να επακολουθήσει δεύτερη διαδικασία που αποκαθιστά το σύστημα και το περιβάλλον στις καταστάσεις που βρίσκονταν πριν γίνει η πρώτη διαδικασία.… …   Dictionary of Greek

  • διαδικασίαι — διαδικασία suit to decide between claimants fem nom/voc pl διαδικασίᾱͅ , διαδικασία suit to decide between claimants fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αποθείωση — Διαδικασία με την οποία ελαττώνεται ή αφαιρείται το θείο ή θειούχες ενώσεις από διάφορες ουσίες. Η α. έχει ιδιαίτερη σημασία στη μεταλλουργία, στην οινολογία και στη διύλιση των πετρελαίων. Στην πρώτη περίπτωση επιδιώκεται αφαίρεση του θείου από… …   Dictionary of Greek

  • διήθηση — Διαδικασία διαχωρισμού στοιχείων που διαφέρουν μεταξύ τους ως προς κάποια ιδιαίτερη ιδιότητα. Η επεξεργασία αυτή εφαρμόζεται σε πολλούς τομείς. δ. αερίων.Πραγματοποιείται είτε κατευθύνοντας τον αέρα, που περιέχει πολύ λεπτές σκόνες, να περάσει… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»